New Page 1




> Links





  Reply to this topicStart new topicStart Poll

> ' Ελλη Παππά
Nemesis
Posted: October 27, 2009 06:03 pm
Quote Post


*******
梦想的旅行家

Group: Regular Members
Posts: 2422
Member No.: 9
Joined: April 04, 2005



Έφυγε από τη ζωή, σήμερα τα ξημερώματα, η δημοσιογράφος, συγγραφέας και μαχήτρια της Αριστεράς Έλλη Παππά, σε ηλικία 89 ετών. Η κ. Παππά θα κηδευτεί πολιτικά στο Γ΄ Νεκροταφείο Αθηνών, εκεί όπου και θα ταφεί δίπλα στον σύντροφο της ζωής της, Νίκο Μπελογιάννη.


Η Έλλη Παππά ήταν δημοσιογράφος, συγγραφέας και μαχήτρια της Αριστεράς. Κόρη του Ευάγγελου Παππά και της Μαριάνθης Παπαδοπούλου και αδελφή της Διδούς Σωτηρίου, γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1920. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή η οικογένεια εγκαταστάθηκε στον Πειραιά.

Φοίτησε αρχικά στη φιλοσοφική και στη νομική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, χωρίς όμως να ολοκληρώσει τις σπουδές της, λόγω της Κατοχής, ενώ παράλληλα εργαζόταν ως δημοσιογράφος. Εργάστηκε στην παράνομη έκδοση του Ριζοσπάστη μέχρι το 1949, οπότε άρχισε η συνεργασία της με τον Νίκο Πλουμπίδη και από τον Ιούνιο του 1950 με τον Νίκο Μπελογιάννη, τον οποίο και έγιναν ζευγάρι στη ζωή.

Η Έλλη Παππά και ο Νίκος Μπελογιάννης συνελήφθησαν (Δεκέμβριος 1950) και παρέμειναν σε απομόνωση έως την πρώτη δίκη τους (Νοέμβριος 1951). Στη φυλακή γεννήθηκε ο γιος τους, Νίκος (Αύγουστος 1951). Ακολούθησε η δεύτερη δίκη, το Φεβρουάριο του 1952) οπότε και το ζευγάρι καταδικάστηκε σε θάνατο. ο Μπελογιάννης εκτελέστηκε, αλλά στην Παππά, λόγω του βρέφους, χαρίστηκε η ζωή και τελικά αποφυλακίστηκε την πρωτοχρονιά του 1964. Εργάστηκε στην ΕΔΑ και από το 1965 ήταν αρθρογράφος και μέλος της συντακτικής επιτροπής της εφημερίδας Δημοκρατική Αλλαγή. Με το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967 συνελήφθη και εξορίστηκε στη Γυάρο, απ’ όπου αποφυλακίστηκε τον Ιούλιο του 1968, λόγω σοβαρής ασθένειας.

Ως δημοσιογράφος, εργάστηκε στην Εγκυκλοπαίδεια Χάρη Πάτση, στην εφημερίδα Μακεδονία, στο περιοδικό Γυναίκα, στην εφημερίδα Εξπρές και στην εφημερίδα Έθνος. Δραστηριοποιήθηκε στην μεταπολιτευτική ΕΔΑ και στο ΚΚΕ.


Το έργο της

Μελέτες

Ο Πλάτωνας στην Εποχή μας (1981, 1998)
Οι αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς στο Κεφάλαιο του Μαρξ (1983, 1984)
Σπουδή στο θέμα της Ελευθερίας - Η έννοια της ελευθερίας στον προσωκρατικό υλισμό (1985)
Μύθος και ιδεολογία στη Ρωσική Επανάσταση - Οδοιπορικό από το ρωσικό αγροτικό λαϊκισμό στο λαϊκισμό του Στάλιν (1990)
Ο Λένιν χωρίς λογοκρισία και εκτός μαυσωλείου (1991)
Κομμούνα του 1871: Επανάσταση του 21ου αιώνα; (1992)

Λογοτεχνικά έργα

Το ημερολόγιο ενός φυλακισμένου (Μυθιστόρημα, Βουκουρέστι 1961)
Δουλειά της φυλακής (Διηγήματα και ποιήματα, 1979)

Άλλα έργα
Βίος και έργα της γάτας της Σοφής (1984)
Σελίδες από τον τύπο της Αντίστασης (1985)
Νίκος Κιτσίκης - Ο επιστήμονας, ο άνθρωπος, ο πολιτικός (1986)


' Ενα απόσπασμα της αφήγησης της Έλλης Παππά στον Στέλιο Κούλογλου, όπως την έχει καταγράψει στο βιβλίο του «Μαρτυρίες για τον Εμφυλιο και την Ελληνικη Αριστερά», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Εστία.

Η δίκη

Στα τέλη Ιουλίου, όταν πλέον ήταν να γεννήσω, με μετέφεραν στη φυλακή Αβέρωφ. Γέννησα στο μαιευτήριο της Έλενας. Οι χωροφύλακες μπαίνανε ακόμη και μέσα στο θάλαμο των τοκετών. Είχα μια σχετικά δύσκολη γέννα γιατί έπαθα αδράνεια. Εξαιτίας των συνθηκών στο θάλαμο. Ήταν ένας τεράστιος θάλαμος, τρίτης θέσης, με δέκα-είκοσι κρεβάτια, με λαϊκές γυναίκες που πάντα μεγαλώσανε με το φόβο της γέννας, που νομίζανε ότι ξεπερνάς τους πόνους της γέννας άμα φωνάζεις και λες διάφορα πράματα. Και βρίζανε τους άνδρες τους, «που τώρα αυτοί γυρνάνε και τώρα εγώ πονάω» και τέτοια.

Δεν ήτανε και το καλύτερο. Αλλά το χειρότερο ήτανε ότι φέρανε ένα φορείο και το ακουμπήσανε πλάι μου ξεσκέπαστο. Και ήτανε επάνω μια πόρνη, με σύφιλη, που είχε γεννήσει ένα τερατάκι. Ήταν ένα παιδί χωρίς κρανίο, με μια γούβα πίσω στο κεφάλι, ένα αλλόκοτο πράμα, και με τον ομφάλιο λώρο ακόμα δεμένο. Το ακουμπήσανε εκεί, το κοίταξα εγώ και έπαθα αδράνεια. Το είχα βάλει πείσμα όμως να γεννήσω φυσιολογικά. Και γέννησα φυσιολογικά. Ο γιατρός έλεγε μετά ότι αυτή η γυναίκα γέννησε γιατί ήθελε να γεννήσει. Δεν ήθελα να βάλει ούτε εμβρυουλκό. Σκεφτόμουνα παιδιά που βγήκανε από τον εμβρυουλκό με το κεφάλι παραμορφωμένο. Το παιδί βγήκε καλά.

Θελήσανε να με ράψουνε, όμως εγώ φοβόμουνα τη νάρκωση. Όταν είσαι ναρκωμένος, μπορείς να πεις πράγματα. Δεν ήθελα. Ούτε η δίκη μας είχε γίνει ούτε τίποτα. Και είχα πάντα στο μυαλό μου μη τυχόν και πω κάτι που δεν έπρεπε να πω. Και είπα: «Δεν θέλω νάρκωση». Και πραγματικά ήταν ασήμαντο, σιγά το πράμα, να σε ράψουνε λιγάκι. Είχανε βάλει τα πρώτα ράμματα όταν μπήκε μέσα ένας γιατρός που τον είχε βρει η αδελφή μου η Διδώ, όπως έμαθα αργότερα, και του είχε δώσει κάτι λίρες για να έρθει να με φροντίσει. «Πώς τη ράβετε έτσι την κοπέλα; Χωρίς νάρκωση!» είπε ο γιατρός. «Μα εκείνη δεν θέλει». Και μου βάζουν τη μάσκα αλλά εγώ, είτε με νάρκωση είτε χωρίς, είχα αποφασίσει ότι τίποτε δεν έβγαινε από μέσα μου. Τίποτε. Σε μια στιγμή με ρώτησαν αυτοί: «Τι θέλεις να γίνει ο γιος σου όταν μεγαλώσει;» Και εγώ είπα το εξής: «Πρώτα απ’ όλα, θέλω να γίνει καλός κουκουές». Οπότε αυτοί ξέσπασαν στα γέλια. «Ώστε αυτό θέλεις να γίνει ο γιος σου». «Τι να κάνουμε», απάντησα, «κατά μάνα κατά κύρη». Μετά τη γέννα με βάλανε στο διάδρομο. Λεχώνα σε έναν τεράστιο διάδρομο όλο παράθυρα και όλο ρεύματα, με ένα πάνινο παραβάν, από αυτά τα νοσοκομειακά. Και έξω από το παραβάν δύο χωροφύλακες νύχτα-μέρα.

Γύρισα στη φυλακή Αβέρωφ και είχαμε φτάσει πια στα μέσα του Οκτώβρη. Πλησίαζαν οι μέρες για τη δίκη. Μας πήγαν στο τμήμα μεταγωγών όπου ανταμώσαμε με τον Νίκο, πρώτη φορά μετά από καιρό. Ο Νίκος είχε ανοίξει μια χαραμάδα στον τοίχο. Με το κουτάλι που τρώγαμε, αρχίσαμε να ανοίγουμε κάποιες χαραμάδες. Ο Νίκος είχε μία καλή τρυπούλα και με έβλεπε καθαρά. Εγώ ζητούσα να βγαίνω κάθε τόσο να σφουγγαρίσω το διάδρομο για να μπορώ να στέκομαι λίγο έξω από το κελί του για να με βλέπει και να ξέρω ότι με βλέπει.

Όταν μπορέσαμε να μιλήσουμε, να κάνουμε βόλτες στην αυλή, είχε έρθει η ώρα να μας πάρουνε για τη δίκη. Φέρανε το παιδί, το πήρε ο Νίκος στην αγκαλιά του και, όπως ήτανε με πάνες και με κουβερτούλες, δύο μηνών τότε, προσπάθησε να το στήσει όρθιο και του λέει μπροστά σε όλη την παρέα γύρω: «Περπάτα». Αυτό το «περπάτα» έμεινε ιστορικό.

Ξεκίνησε η δίκη, το παιδί το έβλεπα μόνη μου και ο Νίκος το έβλεπε μόνο στο τμήμα μεταγωγών. Παρόλο που το θήλαζα και είχα γάλα, δεν ήθελα να μου το φέρουνε στο δικαστήριο να το θηλάζω. Πάθαινα έτσι μεγάλες περιπέτειες γιατί το γάλα, όταν φουσκώσει πολύ, χύνεται. Και έπαιρνα μαντίλια μαζί μου για να μαζεύω το γάλα από τη φούστα μου. Και το παιδί έμενε στερημένο από το γάλα. Δεν ήθελα να φέρουν το παιδί στο δικαστήριο γιατί θα ήτανε σαν να έλεγα στους δικαστές για να συγκινηθούν: «Λυπηθείτε την καημένη τη μάνα που έχει μωρό παιδί». Σιγά μη συγκινούνταν οι στρατιωτικοί. Αλλά θα μπορούσε να δημιουργηθεί μια τέτοια εντύπωση και δεν το ήθελα. Αν βέβαια το έφερναν στο δικαστήριο θα το έβλεπε και ο Νίκος πιο πολύ αλλά δεν γινότανε.

Εις θάνατον

Την τελευταία μέρα της δίκης, όταν τελείωσε η διαδικασία, ρώτησαν ποιος θέλει να δευτερολογήσει. Και σηκώθηκα εγώ. Όλοι με κοίταξαν με απορία _ και ο Νίκος αφού δεν του είχα πει τίποτα. Είπα λοιπόν ότι η κυβέρνηση θέλει να με εξαιρέσει από τις εκτελέσεις, ότι αυτή είναι μία θλιβερή εξαίρεση που δεν τη δέχομαι, και ότι δεν διαχωρίζω τις ευθύνες μου από κανέναν. Δεν ζητώ, δεν ζήτησα επιείκεια από κανέναν, πολύ λιγότερο να ζητήσω φιλανθρωπία. Και θέλω, αν πρόκειται να γίνουν εκτελέσεις, να έχω την ίδια τύχη με τον Μπελογιάννη και με τον Λαζαρίδη. Η δίκη πήγε όπως πήγε, καταδικαστήκαμε σε θάνατο, και εγώ και ο Νίκος ,οκτώ συνολικά. Αλλά ο Πλαστήρας, πρωθυπουργός τότε, δήλωσε ότι δεν θα γίνουν εκτελέσεις. Κάπως ησυχάσαμε.

http://www.vimeo.com/7284835


Μετά το τέλος της δίκης μάς πήγανε στην Ασφάλεια πάλι και στα ίδια κελιά, και σε μια επίδειξη απόλυτης τρομοκρατίας βάλανε ένα φρουρό έξω από κάθε κελί, μας πήρανε τα πάντα, ό,τι μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για αυτοκτονία, και επιβάλανε απόλυτη σιωπή. Στο μεταξύ τον Νίκο τον είχαν μεταφέρει. Εμένα με φωνάξανε στο αρχιφυλακείο. Δεν ξέραμε ακόμη τι γινόταν. Αν ήμαστε όλοι στην Ασφάλεια, αν ήταν εκεί και ο Νίκος. Στο γραφείο του αρχιφύλακα είδα το πορτοφόλι του Νίκου, και χυμένες τις φωτογραφίες που του είχα στείλει, τη φωτογραφία του παιδιού, τη φωτογραφία μου από το μαιευτήριο που μόλις είχα γεννήσει και κρατούσα στην αγκαλιά μου το παιδί. Ήταν εκεί πάνω στο γραφείο του αρχιφύλακα. Μαζί με το ρολόι του Νίκου, ένα Zenith. Ησύχασα και σκέφτηκα ότι θα ήμαστε σύντομα μαζί.

Ύστερα έμαθα ότι στο μεταξύ είχανε πάει στη φυλακή Αβέρωφ να πάρουνε το παιδί που φυσικά το θέλανε για εκβιασμό. Και ότι οι κοπέλες, οι κρατούμενες, δεν το δώσανε. Το έκρυβαν για πολλές μέρες+ γιατί αυτοί πηγαίνανε συνέχεια και το ζητούσανε. Οι κοπέλες το κρύβανε από θάλαμο σε θάλαμο, το είχανε κάνει πακέτο το παιδί, το βάζανε ανάμεσα σε δύο ράντσα. Και παρόλο που ψάχνανε οι φύλακες, δεν μπορέσανε τελικά να το βρούνε.

Από την Ασφάλεια με μια κλούβα _ένα φορτηγό σκεπασμένο και κλεισμένο ερμητικά με μουσαμάδες_, μας μετέφεραν σε μια άλλη φυλακή που δεν την ήξερα. Ήταν η φυλακή της Καλλιθέας. Έγινε φασαρία μόλις φτάσαμε εκεί γιατί η διεύθυνση της φυλακής έλεγε ότι δεν μπορεί να κρατήσει γυναίκες, ότι είναι ανδρική η φυλακή και ότι δεν μπαίνουν γυναίκες. Η Ασφάλεια όμως είπε: «Να τις κρατήσετε». Και μας πήγαν μέσα.

Ήταν ένα προαύλιο μεγάλο, με μια σκαλίτσα μικρή, πέντε-έξι σκαλοπάτια και εκεί στο κεφαλόσκαλο είδα τις κουβέρτες του Νίκου. Και γαλήνεψα. Κατάλαβα ότι είμαστε πάλι μαζί και ότι μαζί θα περάσουμε ό,τι μέλλει από εδώ και πέρα. Το πιο σημαντικό στη ζωή μας ήταν ότι δεν είχαμε χωρίσει ποτέ. Και στην απομόνωση και στις δίκες και τις καταδίκες ήμαστε μαζί.

Προχώρησα να μπω, ήταν ένας διάδρομος και απέναντι τα κελιά. Από το κελί ακριβώς απέναντι στην πόρτα ακούω: «Έλλη!» Ήταν ο Νίκος στο φινιστρίνι. Το πρώτο που έκανε ήταν να μου γράψει και να μου ρίξει το γράμμα στο κελί μου όταν τον βγάλανε έξω το απόγευμα. Ήταν ένα πολύ ωραίο γράμμα, άνετο. Έγραφε πλέον σε μπλοκ και με μολύβι, κανονικά.

Ξέραμε ήδη ότι μας είχαν καταδικάσει. Μας είχαν ανακοινώσει τις αποφάσεις. Δις εις θάνατον για τον Νίκο, άπαξ για μένα. Ο ένας χαφιές στην Ασφάλεια μου έλεγε ότι με αυτά που έχουμε, εσύ θα καταδικαστείς τέσσερις φορές σε θάνατο. «Εντάξει», του απαντούσα, «θα με καταδικάσετε τέσσερις φορές σε θάνατο, πόσες φορές θα με εκτελέσετε;» Αφρίζανε με κάτι τέτοια.

Αρχίσανε να μας ανοίγουν το μεσημέρι τα κελιά και να μας βγάζουν στο προαύλιο το μεσημέρι, όλους μαζί. Ήταν ώρες υπέρτατης ευδαιμονίας, καθόμασταν αρκετή ώρα, μιλούσαμε για πολλά πράγματα για όλα, όχι μόνο για τα δικά μας. Χάρη σε αυτές τις κουβέντες κράτησα πάρα πολλές από τις υποθήκες του Νίκου, γραπτές και προφορικές. Κυρίως προφορικές όμως, γιατί τα γραπτά δεν γινόταν να τα κρατάμε διαρκώς στο κελί. Μπορούσε να γίνει έρευνα, να τα πάρουν. Και για μας πάνω απ’ όλα μετρούσε η προστασία του κόμματος.

Το απόγευμα πάλι συναντιόμασταν αλλά για πολύ λίγο. Μπορούσαμε όμως να μιλάμε και από τα κελιά, παίζαμε αεροσταυρόλεξα, λέγαμε ανέκδοτα. Ο Τάκης Λαζαρίδης σφύριζε. Είχε ένα καταπληκτικό μουσικό αυτί, αρκούσε να ακούσει ακόμα και μια συμφωνία και τα κύρια μέρη της τουλάχιστον μπορούσε να τα σφυρίζει αλάθητα. Σφύριζε και το «Plaisir d’Amour» και του είχα πει ότι αυτό το τραγούδι ήταν ό,τι έπρεπε για μας. Του είχα στείλει και τις νότες στη φυλακή και του είχα πει όταν αποφυλακιστεί να σπουδάσει μουσική.

Ο Νίκος ήταν πάντα στο μεσαίο κελί. Στο επόμενο κελί προς τα δυτικά ήταν ο Τουλιάτος, ένας ναυτικός, πολύ καλό παιδί, καταδικασμένος σε θάνατο κι αυτός, που δεν εκτελέστηκε, και μετά εγώ στο τελευταίο κελί.

Από την άλλη πλευρά ήταν ο Καλούμενος με τον Μπισμπιάνο, και αυτός καταδικασμένος σε θάνατο. Και ο Αργυριάδης βεβαίως. Μόνος του. Ο Αργυριάδης δεν ήθελε να βλέπει κανέναν, δεν μιλούσε με κανέναν. Μέχρι το τέλος, μέχρι την τελευταία στιγμή, ήταν οργισμένος και το έδειχνε. Είχε μίσος αυτός ο άνθρωπος, πάρα πολύ μίσος. Και ο Καλούμενος και ο Αργυριάδης έκαναν δήλωση. Παρ’ όλα αυτά τους καθαρίσανε γιατί ξέρανε πολλά. Γιατί και οι δύο ήταν μπλεγμένοι με τους ασύρματους.

Το γράμμα Πλουμπίδη

Όταν δημοσιεύθηκε το γράμμα του Πλουμπίδη, μας το έφερε ο αρχιφύλακας ο οποίος μας είχε μια συμπάθεια. Μας σέβονταν οι φύλακες και οι δεσμοφύλακες, στις φυλακές και στην Ασφάλεια. Ξέρανε να εκτιμούνε τον άλλο, γιατί είχαν δει τα πάντα τα μάτια τους, ήξεραν ποιος λυγίζει, ποιος δεν λυγίζει, τα ξέρανε απέξω αυτά.

Ήρθε αυτός πολύ χαρούμενος και μας έδειξε το γράμμα του Πλουμπίδη και μου λέει: «Σωθήκατε». Το τελευταίο ένδικο μέσο που έμενε, ήταν η προσφυγή στον Άρειο Πάγο, η οποία δεν μπορούσε να γίνει χωρίς νέα στοιχεία. Η επιστολή του Πλουμπίδη ήταν ένα νέο στοιχείο. Όχι ότι θα έβγαινε τίποτε αλλά μπορούσε να προκαλέσει αναβολή της εκτέλεσης, τέλος πάντων ήταν μια ελπίδα.

Την επόμενη μέρα ήρθε πάλι ο αρχιφύλακας. Αυτή τη φορά με κάτι μούτρα κατεβασμένα, με μια στενοχώρια. Μας έδειξε την εφημερίδα, όπου το κόμμα κατήγγειλε την επιστολή Πλουμπίδη ως πλαστή. Κοιταχτήκαμε με τον Νίκο. «Τι είναι αυτό;» λέω. «Δεν καταλαβαίνεις;» μου απάντησε. «Αν είναι κάποιος να πάει, ας είμαι τουλάχιστον μόνο εγώ, να μην είμαστε και οι δύο». Βέβαια δεν το πίστεψα, ούτε εκείνος άλλωστε. Σε αυτήν όμως την αιτιολογία που έδινε, υπήρχε το μήνυμα ότι ο Πλουμπίδης δεν είναι χαφιές, ότι αυτό πρέπει να πιστεύει και το κόμμα, ώστε να μη θέλει να χαθεί και ο Πλουμπίδης γιατί τον θεωρεί πολύτιμο.

Ο Ζαχαριάδης έβγαλε πλαστό το γράμμα του Πλουμπίδη, ίσως για να μην υπάρξει για μας άλλο ένδικο μέσο. Ο Ζαχαριάδης είχε ανάγκη από κάποιο χαφιέ. Αλλά και από ένα μάρτυρα. Δεν μπορεί να το ερμηνεύσει κανείς διαφορετικά, τους είχε ανάγκη έτσι και τους δύο, και τον Πλουμπίδη και τον Μπελογιάννη.

Όταν ήρθε ο δικηγόρος, ο Γαλαίος, τον είδαμε χωριστά ο Νίκος και εγώ. Ο Γαλαίος μου είπε ότι υπάρχει ένα ένδικο μέσο και ότι πρέπει να υπάρξει νέο στοιχείο, και το μόνο νέο στοιχείο είναι το γράμμα του Πλουμπίδη. «Μα αφού το κατάγγειλε το κόμμα ως πλαστό, εμείς πώς θα το χρησιμοποιήσουμε;» τον ρώτησα. Μου απάντησε ότι το ίδιο του είχε πει και ο Νίκος.

Έφτασε το Σάββατο πριν την εκτέλεση. Περιμέναμε το δικηγόρο που θα έφερνε και συμβολαιογράφο για να τακτοποιήσουμε και όλα τα οικογενειακά μας. Ήρθε το μεσημέρι, ο Μπάτσης ήταν χαμένος, δεν φαινόταν πουθενά. Πήγε μεσημέρι, δεν μας φώναξαν για το δικηγόρο.

Οι τελευταίες κουβέντες που είχαμε με τον Νίκο ήταν εκείνο το μεσημέρι. Εκεί καθίσαμε αρκετά, ο Μπάτσης ακόμα δεν είχε έρθει. Κάναμε κατά κάποιο τρόπο ανασκόπηση της πορείας μας. Μιλήσαμε πολύ για την αποχή από τις εκλογές του 1946. Η συνδιάσκεψη που είχε γίνει τότε, το Δεκέμβρη, είχαμε ακούσει τις αποφάσεις της από το ραδιόφωνο, από το σταθμό της «Ελεύθερης Ελλάδας». Ξέραμε ότι ο Ζαχαριάδης είχε δεχθεί και τις προσωπικές του ευθύνες, είχε χαρακτηρίσει την αποχή λάθος. Και σε μια στιγμή ο Νίκος μου είπε: «Και να σκέπτεσαι ότι πάμε να πεθάνουμε για ένα λάθος».

Ήρθε κάποια στιγμή και ο Μπάτσης που τον κρατούσαν ώρες. Γι’ αυτό και δεν αφήνανε ούτε τον δικηγόρο να μπει μέσα. Ο Μπάτσης* είπε ότι ο Πανόπουλος και ο Ρακιτζής του προτείνανε κάτι που θα τον έσωζε από την εκτέλεση. Αυτός όμως δεν δέχθηκε τις προτάσεις τους αλλά δεν μας είπε τι ακριβώς του προτείνανε. Είμαι σίγουρη ότι θα το είπε στον Νίκο. Δεν μας αφήσανε όμως να ανταμώσουμε πια καθόλου και έτσι ποτέ δεν έμαθα. Ούτε βέβαια ήταν κάτι που μπορούσε να μου το φωνάξει ο Νίκος από το κελί αλλά είμαι βέβαιη ότι του το είχε πει.

* Πρότειναν στον Μπάτση να καταθέσει (ψευδομαρτυρήσει) ως μάρτυρας κατηγορίας στη υπόθεση των αεροπόρων που κατηγορούνταν για κομμουνιστική συνωμοσία και κατασκοπεία.

Το απόγευμα του Σαββάτου είχαν φέρει πρόσθετη φρουρά αποτελούμενη από χαφιέδες της Ασφάλειας. Άλλαξαν και το διευθυντή των φυλακών που ήταν πολύ καλός άνθρωπος. Και είχαν φέρει στη θέση του τον Πολιτόπουλο, ο οποίος ήταν πολύ φανατικός και ήταν βέβαιοι ότι αυτός θα τους παρέδιδε για εκτέλεση. Δεν πίστευαν ότι ο προηγούμενος διευθυντής, που τηρούσε τους τύπους, θα παρέδιδε τον Νίκο. Έγινε ένα μπάχαλο στη φυλακή γιατί οι φύλακες δεν ήθελαν να δεχθούν τους ασφαλίτες μέσα εκεί. «Γιατί είμαστε εμείς εδώ και τι θέλουν αυτοί;» έλεγαν αλλά δεν ίδρωσε το αυτί κανενός.

Το τελευταίο αντίο

Τελευταία στιγμή μάς έβγαζαν έναν έναν για να πάμε να πλυθούμε, να πάμε στις τουαλέτες και οι ασφαλίτες έψαχναν ώς και τα παπούτσια. Από αυτή την εξονυχιστική έρευνα καταλάβαμε ότι το πράγμα τελείωνε. Ξέραμε όμως ότι την Κυριακή δεν γίνονται εκτελέσεις. Ελπίζαμε ότι θα έχουμε αυτή την παράταση τουλάχιστον και ότι θα μπορούσε να έρθει και ο δικηγόρος να έχουμε επαφή μαζί του. Την Παρασκευή μας είχαν αφήσει το μοναδικό επισκεπτήριο, όπου ήρθαν οι δικοί μας _ ήρθε η Βασιλική, η μάνα του Νίκου για εκείνον και για μένα ήρθε η Διδώ. Δεν ξέραμε πώς να το ερμηνεύσουμε εκείνο το επισκεπτήριο, γιατί πάντα έχεις και μια πιο αισιόδοξη πλευρά, λες μήπως είναι ένα λασκάρισμα της απομόνωσης ή μήπως είναι ένα τελευταίο αντίο. Ήταν τελευταίο αντίο.

Νύχτωσε, δεν μιλούσαμε, ποιος είχε διάθεση πλέον έστω για καλαμπούρια. Κάποια στιγμή ρώτησα τον Νίκο: «Τι κάνετε εσείς μέσα;» Μου είπε: «Αναλύουμε, διαλύουμε και συνθέτουμε». Μετά κοιμηθήκαμε, περιμένοντας πια ότι ίσως κάτι γίνει την Κυριακή.

Άκουσα τα κλειδιά, τα ταρακούνησε κάπως ο αρχιφύλακας που ερχόταν, στην αυλή ακόμη, πετάχτηκα και φώναξα: «Νίκο;» «Ε, πάμε», μου είπε. Πήγαν απάνω, ανοίξανε το κελί του Νίκου και τα άλλα κελιά: ο Καλούμενος δεν πίστευε ότι θα εκτελεστεί εξαιτίας της στάσης που είχε κρατήσει στη δίκη και όταν άκουσε να ανοίγει και η δική τους πόρτα, λέει στον Μπισμπιάνο, τον άλλο μελλοθάνατο: «Ήρθανε και για σένα». Αλλά δεν είχαν πάει για τον Μπισμπιάνο, είχαν πάει για εκείνον.

Δεν πήραν ούτε τον Λαζαρίδη. Ο Μπάτσης εν τω μεταξύ είχε ζητήσει, όταν φύγανε οι άλλοι, οι μη καταδικασμένοι σε θάνατο, να πάει στο κελί του Νίκου. Ήταν η πρώτη φορά που το ζήτησε, σε όλη τη διάρκεια της δίκης δεν μας είχε μιλήσει καθόλου. Είχε πλέον καταλάβει ότι η στάση του δεν ωφέλησε σε τίποτα και ότι ένας δρόμος μόνον υπήρχε και τότε ζήτησε να πάει στο κελί του Νίκου.

Εμένα δεν μου ανοίξανε. «Γιατί δεν ανοίγετε και το δικό μου κελί;» τους ρώτησα. «Δεν είσαι στον κατάλογο», μου είπαν. Όταν ρωτήσανε τον Νίκο ποια είναι η τελευταία του επιθυμία, είπε: «Να δω τη γυναίκα μου». Τον έφεραν στο κελί, δεν μου ανοίξανε την πόρτα του κελιού, αφήσανε μόνο το παραθυράκι.

Ήρθε ο Νίκος κοντά μου, ένα φιλί μέσα από τα κάγκελα, λίγα λόγια ανταλλάξαμε τότε. Ήρθε μετά ο Καλούμενος _τραβήχτηκε για λίγο ο Νίκος_, με πλησίασε και άνοιξε μπροστά μου το πουκάμισό του και μου είπε: «Πάω κι εγώ». Δηλαδή ως εξιλέωση.

Ο Αργυριάδης πέρασε, μου έριξε μια ματιά, πήγε προς τη σκάλα, έκανε μια αόριστη χειρονομία αποχαιρετισμού και έφυγε γρήγορα, κατέβηκε κάτω στο προαύλιο. Ήρθε ο Μπάτσης και μου είπε: «Φρόντισε και για την Ελένη αν μπορέσεις». «Αν ζήσω κι εγώ», αποκρίθηκα. Κι ήταν τρομερό αυτό που είπα και ο Νίκος έσκυψε στο παραθυράκι και τότε είδα να χάνεται το αίμα από το πρόσωπό του και να γίνεται γκρίζο. Αυτό το γκρίζο του θανάτου το είδα εκεί, εκεί. «Πρέπει να ζήσεις εσύ, και για το παιδί και για την εκδίκηση», και πρόσθεσε αυτό: «Μην ξεχάσεις όσα σου έχω πει και όσα σου έχω διδάξει». Μετά ήρθαν οι φύλακες, δώσαμε ένα τελευταίο φιλί μέσα από τα σίδερα. Αυτό ήταν.

Καθαίρεση

Μερικούς μήνες μετά την εκτέλεση του Μπελογιάννη, το Νοέμβριο, συνέλαβαν και τον Πλουμπίδη.

Για το θέμα του Πλουμπίδη ήμουν η μόνη που απευθύνθηκα στην ηγεσία του κόμματος, πολλοί ήταν βεβαίως αυτοί που δεν είχαν πιστέψει ότι ήταν χαφιές αλλά δεν τολμούσαν να μιλήσουν και προπαντός να απευθυνθούν στην ηγεσία του κόμματος. Εγώ κατάφερα μέσα από τη φυλακή, μέσα σε εκείνη την κατάσταση, και ειδοποίησα το κόμμα, προσπάθησα να τους δείξω ότι πραγματικά ο Πλουμπίδης δεν είναι χαφιές. Δεν τους είπα ότι το λέω εγώ, είπα απλώς: «Ερευνήστε αλλά κάντε διακριτική έρευνα, γιατί είμαστε όλοι στο στόμα του λύκου».

Ο Γιώργος Τρικαλινός είχε πει τότε ότι ήμουν η μόνη από το κόμμα που ειδοποίησα την ηγεσία σχετικά με το θέμα αυτό. Ο μόνος άλλος που αντέδρασε επίσης φανερά ήταν ο κακομοίρης ο Θέος, ο συνδικαλιστής, που είπε στην Κεντρική Επιτροπή ότι τα επιχειρήματα που δόθηκαν, δεν τον έπεισαν ότι είναι χαφιές ο Πλουμπίδης. Εμείς οι δύο διατυπώσαμε ανοιχτά την αντίρρησή μας.

Έλεγα στον εαυτό μου και καμάρωνα κάπως: «Μπράβο, Έλλη, έκανες αυτό που έπρεπε να κάνεις και όχι μόνο γιατί η συνείδησή σου το έλεγε αλλά και γιατί πονούσες για το κόμμα». Έβλεπα ότι το κόμμα λάθευε, ότι γλιστρούσε, ότι έκανε κακό στον εαυτό του. Ήταν και αυτό που με έκαιγε, δεν ήταν μόνο ο ίδιος ο Πλουμπίδης που τον ήξερα σαν αγωνιστή, σαν άνθρωπο που δούλεψα μαζί του στις φοβερές συνθήκες της αμερικανοκρατίας στην Αθήνα. Έβλεπα ότι το κόμμα είχε πάρει έναν άσχημο κατήφορο. Η έγνοια μας ήταν να κρατάμε ψηλά το κόμμα, όσο μπορούμε να το ωφελούμε και να μην το βλάψουμε ποτέ. Αυτή ήταν η βαθιά μας πεποίθηση.

Και η απάντηση του κόμματος; Καθαίρεση. Μου ήρθε μια απόφαση τόση, με την καθαίρεσή μου, από το γραφείο των κρατουμένων στη φυλακή και έμεινα στη φυλακή χωρίς καμία υπεύθυνη δουλειά. Υπήρχε όμως αυτή η πεποίθηση, που τη συνάντησα και πολύ πρόσφατα, ότι «το κόμμα δεν κάνει ποτέ λάθος». Και αν κάνει, δεν θα το αναγνωρίσει ποτέ. Το κόμμα όταν λέμε, εννοούμε φυσικά την ηγεσία ενός κόμματος.

http://www.tvxs.gr/v24446


--------------------

Così è, se vi pare!

user posted image
PMEmail Poster
Top
Nemesis
Posted: November 01, 2009 09:55 pm
Quote Post


*******
梦想的旅行家

Group: Regular Members
Posts: 2422
Member No.: 9
Joined: April 04, 2005





Με αφορμή το βιβλίο «Μην πας ποτέ μόνος στο ταχυδρομείο», η ‘Ελλη Παπά γράφει για τον κομμουνισμό, τον έρωτα και τον Νίκο Μπελογιάννη «τον ζωντανό, τον αληθινό, κι όχι τον πλαστό των επίσημων 'μνημοσύνων'». Από τον Στέλιο Κούλογλου.

Μια παρηγοριά για να κάνεις τον δημοσιογράφο στις σημερινές συνθήκες γενικευμένης αναξιοπιστίας και κρίσης, είναι ότι σου δίνει την ευκαιρία να γνωρίσεις σημαντικούς ανθρώπους. Η Ελλη Παπά ήταν ένας τέτοιος άνθρωπος, μια κορυφαία προσωπικότητα που η χώρα μας και η αριστερά γεννούν όλο και πιο σπάνια. Είχα την τύχη να την γνωρίσω την δεκαετία του 90 με αφορμή μια σειρά ντοκιμαντέρ για την αντίσταση, τον εμφύλιο και το ελληνικό κομμουνιστικό κίνημα και τα κατοπινά χρόνια συνδεθήκαμε με μια σχέση φιλική και πολύ δημιουργική.

Συνήθιζε κατά καιρούς να μου στέλνει δικές της, εξαιρετικά οξυδερκείς αναλύσεις για την παγκόσμια κατάσταση καθώς και άρθρα που είχε ψαρέψει στο ίντερνετ και θεωρούσε ότι ίσως με ενδιάφεραν. Παρ ότι είχε βάλει πλώρη για τα 90 σέρφαρε κανονικά σαν να ήταν 18αρα. Τέτοιο ανήσυχο, ανοιχτό μυαλό ήταν- και αυτό προσδιορίζει και το μέγεθος της απώλειας. Της απώλειας της τωρινής που έφυγε απο την ζωή αλλά και της απωλειών που είχε αυτή η χώρα όταν έστειλε μετά τον πόλεμο να σαπίσουν στις φυλακές ή στο εκτελεστικό απόσπασμα ανθρώπους σαν την Ελλη και τον σύντροφο της τον Νίκο Μπελογιάννη. Γιατί από τις διηγήσεις τις δικές της και των άλλων αλλά τα κείμενα του που -όπως θα ειτε παρακάτω- μου έστειλε, έχω καταλάβει ότι και ο αληθινός Μπελογιάννης ανάλογου διαμετρήματος άνθρωπος ήταν.

Σκέφτομαι συχνά , με αφορμή τις πολιτικές εξελίξεις , την γενικευμένη κριση και πολύ πρόσφατα την τρομοκρατία, πόσο διαφορετική θα ήταν η πορεία της χώρας αν είχαμε αποφύγει τον εμφύλιο πόλεμο και πόσο διαφορετική θα ήταν η πορεία της αριστεράς αν άνθρωποι σαν τον Μπελογιάννη δεν είχαν θυσιασθεί στ βωμό ποικίλων σκοπιμοτήτων. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία, χώρια ότι ανήκει στην σφαίρα του «αν».

Το 2002 τελειώσα το βιβλίο μου "Μην πας ποτέ μόνος στο ταχυδρομείο” και το έστειλα στην Ελλη να το διαβάσει. Το θέμα του βιβλίου ήταν ο έρωτας στον υπαρκτό σοβιετικό σοσιαλισμό, ή αν ο τελευταίος -όπως και όλα τα ολοκληρωτικά συστήματα- σκότωνε τον έρωτα. Μου έστειλε για απάντηση μια μακριά πολυσέλιδη επιστολή-κείμενο, επίσημο και στο χαρτί όχι e-mail αυτή την φορά, που ξεκινούσε με την παρακάτω εισαγωγή:

Αγαπητέ μου φiλε

Το βιβλίο σου δεν ξέρω πώς θα γίνει δεκτό από τους αμετανόητους θιασώτες του ύπαρκτού. Για μένα ήταν μια βαθειά κατάδυση στα βρωμερά απόνερά του που δυστυχώς τα γνώρισα, καλύτερα τα έζησα, στην ακμή τους και σε όλο τους το μεγαλείο -σε μικρότερη βέβαια κλίμακα, μα αυτό δεν αλλάζει πολλά.

Οι πληγές του μένουν. Αφιέρωσα πολλά από τα χρόνια μου στην προσπάθεια να τα «ξεπλύνω» από πάνω μου κι από όσα μυαλά θα κατανοούσαν την ανάγκη να έρθουν στο φως για να απαλλαγεί απ'αυτά ό τι μπορεί (ακόμη) να λέγεται σοσιαλισμός, κομμουνισμός 'και άλλα τέτοια σημαντικά', όπως θα έλεγε ο αγαπημένος μου Μαγιακόφσκι. Λίγα κατάφερα και πολλά υπέμεινα. Ας είναι, φυλάγομαι από το θρήνο για όσα μπορούσαν να γίνουν και χάθηκαν.

Και τώρα στο βιβλίο σου. Από την αρχή με τράβηξε αυτό που ήταν για σένα το πρώτο 'κινούν' για να το γράψεις κι όσο προχωρούσα έκανα -μοιραία- τη σύγκριση. Από τη μια η Πολιτεία του Πλάτωνα που στον εικοστό αι.μ.χ.πήρε το όνομα του 'υπαρκτού', η πολιτεία που διώχνει τον έρωτα μαζί με όλα τα αισθήματα που έκαναν ανθρώπινη την κοινωνία των ανθρώπων, μαζί με την τέχνη και τους ποιητές (αλλά που κρατάει τους πιο ατάλαντους που δέχονται να γράφουν τους μύθους που οι 'φιλόσοφοι βασιλείς' τους υπαγορεύουν - γνωστή η φάρα τους) και με όλα τα παρεπόμενά της. Από την άλλη εκείνοι που αρνήθηκαν τον απανθρωπισμό τους, εκείνοι που εγώ τους κατατάσσω στο 'είδος Μαγιακόφσκι'.

Έτσι έφτασα να διαβάζω τα όσα έλεγαν (τόσο ρεαλιστικά δοσμένα που να σου κόβεται η ανάσα) οι ήρωες κι οι ηρωίδες του βιβλίου σου- και στην ακοή μου να έρχονται τα λόγια που εγώ άκουσα από τον Νίκο. Κι όταν έκλεισα το βιβλίο σου σκέφτηκα πως έπρεπε να γνωρίσεις τον Νίκο όπως εγώ τον έζησα - τον ζωντανό, τον αληθινό, κι όχι τον πλαστό των επίσημων 'μνημοσύνων'. Πως έπρεπε να γνωρίσεις ότι υπήρξανε κομμουνιστές (και δεν είμασταν οι μόνοι) που έδιναν τη ζωή τους για ένα κομμουνισμό που ήταν από την ίδια του τη φύση ερωτικός και χαιρόταν όταν έβλεπε να ανθίζει ο έρωτας στις καρδιές των ανθρώπων.

Θα μου πεις αν έχω δίκιο όταν διαβάσεις τα 'Γράμματα στο γιο μου' (σε λίγο θα εκδοθούνε, συνοδεύοντας μια σειρά βιλιαράκια μινιατούρες που έκανα στη φυλακή για το γιο μου).(1) Το κακό είναι πως δεν είναι ακριβώς ανέκδοτα, έχουνε κι όλας τη μικρή τους ιστορία: Τα είχα γράψει στη φυλακή -σε τρεις δόσεις, όσες και όσο άντεχα κάθε φορά- από το 1955 ως το 1962.Τα έστειλα στη Διδώ για να τα δώσει στο γιο μου όταν θα γινόταν δεκάξη χρονών. Βγήκα από τη φυλακή τις μέρες της Πρωτοχρονιάς του 1964, έτσι που έλεγα πια πως θα τα έδινα εγω στο γιο μου στα δεκάξη του χρόνια. Λάθος. Τα δεκάξη του με βρήκαν εξόριστη της δικτατορίας στα Γιούρα, κι έτσι σωστά είχα προβλέψει πως η Διδώ θα του τα έδινε.

Αλλά τότε ακριβώς εκείνη είχε αρχίσει να γράφει την 'Εντολή' και του τα ζήτησε για να τα περιλάβει στο βιβλίο της. Της τα έδωσε. Κανείς δεν σκέφτηκε αν εγώ θα συμφωνούσα. Τέλος πάντων, δεν πειράζει, έγινε κι αυτό. Μόνο που, μέσα στον όγκο του βιβλίου, περάσανε σαν, πώς να το πώ, να το πω σαν 'γραφικότητα'; Κάπως έτσι. Ακόμη και σήμερα αναγνώστες και προπαντός αναγνώστριες της 'Εντολής' μου λένε 'Διαβάσαμε και τα γράμματά σου, καημενούλα, τί έχεις περάσει!'. Τέτοια. Ο μόνος που με πήρε τηλέφωνο για να μου πει ποια σημασία έδινε σ'αυτά τα γράμματα ήταν ο Μανώλης Αναγνωστάκης. Μα ο Αναγνωστάκης είναι Ποιητής. Τα όσα μου είπε ήταν βάλσαμο για μένα και πάντα τα θυμάμαι με ευγνωμοσύνη.

Τώρα θα σου εξομολογηθώ και κάτι, υπό ... αυστηράν εχεμύθειαν: η αδελφή μου, παρά την ευαισθησία της, δεν είχε καταλάβει τίποτα. Τ ο μόνο που μου είπε γι'αυτά τα γράμματα όταν βγήκα απ' τα Γιούρα ήταν: 'Μα, βρε παιδί μου, τι ερωτισμός ηταν αυτος...'!!! Έτσι ακριβώς.

Κι άλλη μια εξομολόγηση. Εγώ είχα διαφορετική από τον Νίκο αντίληψη για το ιδιωτικό και τη δημοσιότητα του ιδιωτικού. Θα το δεις και στα γράμματά του, πως και την έκδοση της αλληλογραφίας μας ήθελε (με μια μικρή εξαίρεση, κι αυτή με 'ίσως') και τις βιογραφίες μας να γράψουμε. Ωστόσο, στην τωρινή μου απόφαση, να εκδοθεί μόνη η αλληλογραφία μας έπαιξε μεγάλο ρόλο εκείνη η βούληση του Νίκου. Είναι λίγο σαν να του το χρωστάω. Κι ευτυχώς που τα μαθαίναμε απέξω τα γράμματά μας, στην αρχή αυθόρμητα, γιατί δεν μπορούσαμε να τα κρατάμε από το φόβο ότι κάποιος από τους δεσμοφύλακες μπορούσε να τα βρει αλλά θέλαμε να μας συντροφεύουν στις ατέλειωτες μέρες και νύχτες της μοναξιάς, κι ύστερα με υπόδειξη του Νίκου πως μπορούσε κάποτε να τα εκδόσουμε.

Αυτά. Μπορεί να σε κούρασα, αλλά ήθελα να τα πω κάποτε, κι αν 'διάλεξα' εσένα φταίει το βιβλίο σου. Ίσως ήθελα ν'αποκαταστήσω την τιμή εκείνων των κομμουνιστών που, παρ'όλα αυτά, ξέρανε να περνάνε πέρα και πάνω από 'όλα αυτά' και να υψώνουν κάτω από τη σκιά του θανάτου το θρίαμβο της ζωής που είναι ο έρωτας; Ίσως. να ήταν, πιο απλά, η εκτίμησή μου για σένα, που άνετα την κέρδισες.

Λοιπόν,καλή ανάγνωση!

15.2.03 Έλλη



http://www.tvxs.gr/v24817


--------------------

Così è, se vi pare!

user posted image
PMEmail Poster
Top
anarmodios
Posted: November 08, 2009 06:27 pm
Quote Post


******
Skilled Member

Group: Regular Members
Posts: 1284
Member No.: 153
Joined: October 04, 2007



Η πολιτική διαθήκη της Ελλης Παππά

Η αγωνίστρια σύντροφος του Νίκου Μπελογιάννη και συγγραφέας άφησε έναν σφραγισμένο φάκελο με μαρτυρίες στο Μουσείο Μπενάκη οι οποίες εικάζεται ότι αφορούν τις συλλήψεις, την πολύκροτη δίκη και την υπόθεση Πλουμπίδη

O θάνατος της συντρόφου και συνοδοιπόρου του Νίκου Μπελογιάννη Ελλης Παππά, η οποία πέθανε τα ξημερώματα της περασμένης Τρίτης σε ηλικία 89 ετών, κλείνει έναν βιολογικό κύκλο, αλλά ενδέχεται να ανοίξει έναν άλλον- εκείνον της ιστορικής αναζήτησης, 57 χρόνια μετά την εκτέλεση του ηρωικού κομμουνιστή, των σκοτεινών λεπτομερειών γύρω από τη συγκλονιστική αυτή υπόθεση που συντάραξε όχι μόνον τη μετεμφυλιακή Ελλάδα, αλλά και την παγκόσμια δημοκρατική κοινή γνώμη. Το περίφημο σκίτσο του Πάμπλο Πικάσο, όπου απεικονιζόταν η μορφή του «ανθρώπου με το γαρίφαλο», συνόδευαν τα εξής λόγια, αποτυπώνοντας με μοναδικό τρόπο τη διεθνή κατακραυγή που είχε ξεσηκωθεί: «Το φως από το λάδι των φανοστατών,που φέγγει τη νύχτα μέσα στη Μαδρίτη του μαγιάτικου βραδινού,τα ευγενικά πρόσωπα του λαού, που ντουφεκίστηκαν από τον αρπακτικό ξένο, στον πίνακα του Γκόγια, είναι ο ίδιος σπόρος φρίκης που σκορπούν με απλοχεριά προβολέων στο ανοιχτό στήθος της Ελλάδας κυβερνήσεις που αποπνέουν τον θάνατο, τον φόβο και το μίσος. Ενα τεράστιο άσπρο περιστέρι σπέρνει την οργή του πένθους του πάνω στη γη».

Αλλά και οι εκκλήσεις πολλών διεθνών προσωπικοτήτων, μεταξύ των οποίων και ο Σαρλ Ντε Γκωλ, ο Τσάρλι Τσάπλιν, ο Πολ Ελυάρ, ο Λουί Αραγκόν , ο Ζαν Κοκτό, ο Πολ Μπονκούρ, ο Ζαν Πολ Σαρτρ κ.ά., δεν εισακούστηκαν. Η μισαλλοδοξία, οι πολιτικές ίντριγκες του παλατιού, ο ΙΔΕΑ, καθώς και η αδυναμία της παραπαίουσας κυβέρνησης υπό τον (ασθενούντα) Νικόλαο Πλαστήρα να ελέγξει τις εξελίξεις, αλλά πρωτίστως η προώθηση των συμφερόντων του αμερικανικού παράγοντα στον στρατηγικής σημασίας γεωπολιτικό χώρο της Ελλάδας, ο οποίος άλλωστε είχε λάβει ενεργό μέρος στη διαχείριση της υπόθεσης μέσω του τότε σταθμάρχη της CΙΑ στην Αθήνα, Τομ Καραμεσίνη και βεβαίως του διαβόητου πρεσβευτή των ΗΠΑ Τζον Πιουριφόι , κυριάρχησαν, στέλνοντας στο εκτελεστικό απόσπασμα το ηγετικό στέλεχος του παράνομου τότε ΚΚΕ. Οι ηθικοί και φυσικοί αυτουργοί της δολοφονίας του Μπελογιάννη και των Ηλία Αργυριάδη , Νίκου Καλούμενου και Δημήτρη Μπάτση τα ξημερώματα της Κυριακής 30 Μαρτίου του 1952, στου Γουδή, είναι γνωστοί από την ιστορική έρευνα. Αυτό που δεν έχει αποσαφηνιστεί είναι αν και ποιοι «συνέβαλαν» στη σύλληψη του Μπελογιάννη, στις 20 Δεκεμβρίου του 1950, όπως άφηνε να εννοηθεί η σύντροφός του Ελλη στις κατ΄ ιδίαν συζητήσεις της.

▅ Η «πολιτική διαθήκη»

«Για όλα αυτά θα μιλήσω μετά τον θάνατό μου», έλεγε με νόημα, αναφερθείσα στο μυστικό που άφησε πίσω της και ενδεχομένως κρύβεται στον σφραγισμένο φάκελο που παρέδωσε πριν από χρόνια στο Μουσείο Μπενάκη με τον όρο να ανοιχτεί μετά τον θάνατό της. Σύμφωνα με πληροφορίες, πρόκειται για ένα δακτυλογραφημένο κείμενο-μαρτυρία 52 σελίδων μαζί με μια δισκέτα ηλεκτρονικού υπολογιστή, καθώς και για ένα σημείωμα υπό τον τίτλο «Λίγα λόγια», ενώ υπάρχει και ένα ακόμη κείμενο 108 σελίδων συνοδευόμενο επίσης από δισκέτα, στο οποίο περιλαμβάνονται και παλαιότερες δημοσιεύσεις της σε εφημερίδες, γράμματα στον γιο της Νίκο κ.λπ. Αυτά παραδόθηκαν τμηματικά το 1993 και το 1996 στον διευθυντή του Μουσείου Μπενάκη, κ. Αγγ.Δεληβορριά, ο οποίος, σύμφωνα με πληροφορίες, έχει αναλάβει να διαχειριστεί προσωπικώς το ευαίσθητο θέμα της κοινοποίησης του περιεχομένου τους. Οσον αφορά το σύνολο του αρχείου της, αυτό παραδόθηκε από την Ελλη Παππά το 2003 στο Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο (ΕΛΙΑ), το οποίο και έχει ταξινομηθεί σε περισσότερους από 60 αρχειακούς φακέλους και καταχωριστεί στις διαθέσιμες πηγές για τη μεταπολεμική Ιστορία.

Πρόκειται για την πολιτική παρακαταθήκη της, στην οποία, όπως εικάζεται, έχει καταγράψει τις απόψεις της για την υπόθεση Μπελογιάννη και τις συνθήκες της σύλληψής του (το αν προδόθηκε και από ποιους), για τις δίκες, αλλά σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις και για την εξίσου πολύκροτη υπόθεση Πλουμπίδη, η οποία ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με την προηγούμενη και κυρίως με την τεράστια εντός και εκτός συνόρων προσπάθεια σωτηρίας του Μπελογιάννη από το εκτελεστικό απόσπασμα- ο Νίκος Πλουμπίδης, άλλη μια ηρωική μορφή του πολυτάραχου κομμουνιστικού κινήματος της Ελλάδας, ήταν ο υπεύθυνος του παράνομου μηχανισμού του ΚΚΕ που δρούσε την περίοδο εκείνη στη χώρα και ο οποίος με επιστολή του ζητούσε στις 12 Μαρτίου του 1952 να μετατραπούν από το Συμβούλιο Χαρίτων οι θανατικές καταδίκες εις βάρος του Μπελογιάννη, με αντάλλαγμα να παραδοθεί ο ίδιος στις αρχές και να δικαστεί. Σε αυτήν δήλωνε ότι «καθοδηγητής του παράνομου μηχανισμού της ΚΕ ήμουν εγώ και όχι ο Μπελογιάννης» , αναλαμβάνοντας όλες τις ευθύνες και δηλώνοντας ότι ύστερα από αυτό «κάθε επιμονή στην εκτέλεσή του είναι αδικαιολόγητη, άδικη και ολοφάνερα δολοφονική πράξη». Το γράμμα του Πλουμπίδη είχε χαρακτηριστεί από την υπό τον Νίκο Ζαχαριάδη ηγεσία του κόμματος «πλαστό» και «κατασκεύασμα της Ασφάλειας», ενώ ο συντάκτης του «προδότης» και «χαφιές». Η εκτέλεση του Μπελογιάννη δεν απετράπη, ενώ λίγους μήνες αργότερα (στις 25 Νοεμβρίου του 1952) συλλαμβάνεται και ο Πλουμπίδης για να σταθεί κι εκείνος με τη σειρά του ενώπιον του εκτελεστικού αποσπάσματος τα χαράματα της 14ης Αυγούστου του 1954, στο Δαφνί.

▅ Η «καθαίρεση»

Η είδηση για την επιστολή του Πλουμπίδη είχε αναπτερώσει τις ελπίδες όσων πίστευαν ότι μπορούσε να διασωθεί ο Μπελογιάννης. Μεταξύ αυτών και η αγαπημένη του σύντροφος Ελλη, η οποία κατόρθωσε μέσα από τις Γυναικείες Φυλακές Αβέρωφ να στείλει με τη βοήθεια μιας γυναίκας δεσμοφύλακα ένα γράμμα προς την κομματική ηγεσία, γραμμένο με χυμό λεμονιού στις λευκές σελίδες και στα περιθώρια ενός βιβλίου, με το οποίο αμφισβητούσε την άποψη ότι ο Πλουμπίδης ήταν «προδότης» και «χαφιές», όπως τον κατηγορούσε ο Ζαχαριάδης, ακυρώνοντας έτσι και αυτή την ύστατη προσπάθεια για να σωθεί η ζωή του Μπελογιάννη. Αυτό οδήγησε στην καθαίρεσή της από τις αρμοδιότητες που είχε αναλάβει στην Ομάδα των φυλακισμένων κομμουνιστριών. Τη συνολική άποψή της για την υπόθεση Πλουμπίδη δεν την είχε εκφράσει ανοιχτά ποτέ, ενώ είχε δηλώσει εμμέσως ότι (και) σε αυτήν αναφέρεται στην «πολιτική διαθήκη» της. Τις επιφυλάξεις και τις απόψεις της, καθώς και τα αμείλικτα ερωτηματικά που είχε γύρω από τη σύλληψη του Μπελογιάννη, τα είχε επίσης διατυπώσει προς την ηγεσία.

▅ Η απόρρητη έκθεση

Σύμφωνα με κάποιες πηγές, μετά τη σύλληψή τους συνέταξε μέσα στη φυλακή έκθεση προς το Πολιτικό Γραφείο του κόμματος, την οποία κατάφερε να βγάλει προς τα έξω και να φτάσει στους αποδέκτες της. Σε αυτήν φέρεται να επέρριπτε ευθύνες σε συγκεκριμένα πρόσωπα για χειρισμούς που οδήγησαν στη σύλληψη του συντρόφου της. Σύμφωνα με μαρτυρίες παλαιών ηγετικών στελεχών του ΚΚΕ οι οποίοι είχαν λάβει γνώση της εν λόγω έκθεσης, ο άνθρωπος που η Ελλη Παππά ισχυριζόταν ότι πρόδωσε τον Μπελογιάννη και στον οποίον αναφερόταν ονομαστικώς ήταν ο Νίκος Ακριτίδης, ο οποίος δεν ζει πια, άποψη όμως η οποία αμφισβητήθηκε πλήρως από τα αρμόδια κομματικά όργανα ως ατεκμηρίωτη και λανθασμένη. Ο Ακριτίδης είχε έλθει μαζί με τον Μπελογιάννη παράνομα στην Αθήνα για τον ίδιο σκοπό: την ανασυγκρότηση των παράνομων κομματικών οργανώσεων και την ανάπτυξη της παράνομης δράσης τους. Ο Μπελογιάννης έφτασε στις αρχές Ιουνίου του 1950 στην Αθήνα παράνομα από το εξωτερικό, από την έδρα της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ στο Βουκουρέστι. Και οι δυο τους ήταν αναπληρωματικά μέλη της ΚΕ και ανερχόμενα στελέχη. Η εντολή τους ήταν να μην μπουν στον ήδη λειτουργούντα παράνομο μηχανισμό υπό τον Πλουμπίδη, καθώς η ηγεσία θεωρούσε ότι ήταν διαβρωμένος από την Ασφάλεια, αλλά να είναι σε επαφή μαζί του μέσω κάποιου συνδέσμου. Σε ένα από τα πρώτα τηλεγραφήματά του ο Μπελογιάννης ενημέρωνε το κόμμα: «Ξεκαθαρίζω και ανασυγκροτώ αυτό που υπάρχει και προσπαθώ να χτίσω άλλο παράλληλα. Δυνατότητες πολλές.Προοπτική μου αισιόδοξη» . Ωστόσο, μόνον αισιόδοξη δεν αποδείχθηκε η προοπτική.

▅ Η σύλληψη

Οι αρχές κατάφεραν να εντοπίσουν τις κινήσεις του, καθώς και της Ελλης Παππά με την οποία γνωρίστηκε στις συνθήκες της παρανομίας και γρήγορα η σχέση τους εξελίχθηκε σε έναν φλογερό έρωτα, αν και τότε τα κομματικά ήθη και οι αντιλήψεις ήταν απαγορευτικά. Πόσω μάλλον που η Ελλη Παπ πά (Ιωαννίδου, τότε) ήταν παντρεμένη με κομματικό στέλεχος, τον Ηλία Ιωαννίδη , ο οποίος βρισκόταν ήδη στο εξωτερικό μετά την ήττα του Εμφυλίου το 1949, επιφορτισμένος με την προετοιμασία των παράνομων κομματικών στελεχών τα οποία στέλνονταν να δράσουν στην Ελλάδα. Ο Μπελογιάννης είχε έλθει σε απευθείας επαφή με τον Πλουμπίδη, ο οποίος τον είχε «εγκαταστήσει» στο σπίτι του Κούλη Ζαμπαθά , στην Κυψέλη, αλλά επικοινωνούσαν και μέσω της Ελλης. Σχολιάζοντας τα περί μη διαφύλαξης των κανόνων της συνωμοτικότητας, η ίδια έλεγε σε συνέντευξή της στο «Βήμα»:

«Ο Νίκος,όταν ήρθε στην Ελλάδα, δεν είχε σκοπό μόνο να ανασυγκροτήσει τις οργανώσεις του κόμματος· ενδιαφερόταν να οργανωθεί κίνημα. Και εδώ ήταν μια διαφορά του. Εδώ δεν ασχολήθηκε με το να κάνει οργανώσεις. Και δεν πίστευε σε αυτές τις παράνομες οργανώσεις. Ηταν εναντίον.Καθαρά εναντίον.Και με βαθιές αναλύσεις το είχαμε κουβεντιάσει. Οπως και εμείς βλέπαμε τη ματαιότητα αυτών των μεθόδων μέσα σε καταστάσεις που έπρεπε να ξανοιχθείς στην πολιτική πάλη. Ο Νίκος ξανοιγόταν σε παλιούς πολιτικούς που μπορούσαν να έρθουν κοντά, να κάνουν ένα πλατύ κίνημα. Οπως έγινε μετά με την ΕΔΑ.Αυτό ήταν το όνειρό του. Αυτό ήταν το σχήμα που ήθελε. Καταλάβαινε πολύ καλά ότι με το να είσαι παράνομος δεν κερδίζεις τον λαό. Δεν μπορείς να κάνεις ανοιχτό αγώνα.Ετσι δούλεψε ο Νίκος. Και γι΄ αυτό ορισμένοι που έχουν την εμμονή της παρανομίας, ζουν ή ζούσαν εν πάση περιπτώσει με την εμμονή της παρανομίας, είπαν ότι ο Μπελογιάννης παραβίαζε τα συνωμοτικά μέτρα. O Μπελογιάννης έβλεπε ανθρώπους και κέρδιζε ανθρώπους. Ετσι δούλεψε» αφηγείτο η Ελλη Παππά.

Το κόμμα θεωρούσε ότι ακόμη και η σχέση τους παραβίαζε τους συνωμοτικούς κανόνες και εξέθετε τον παράνομο μηχανισμό, στον οποίο, όπως πίστευε, είχε διεισδύσει προ καιρού η Ασφάλεια αποκτώντας «χαφιέδες». Η σύλληψη του Μπελογιάννη έγινε, σύμφωνα με τις καταγεγραμμένες μαρτυρίες, όχι στο σπίτι του Ζαμπαθά, αλλά σε ένα άλλο σπίτι του παράνομου μηχανισμού, στη Νεάπολη Εξαρχείων, όπου του την είχε «στημένη» η Ασφάλεια, γεγονός που αποδόθηκε από κάποιους σε προδοσία συγκεκριμένουεν ζωή σήμερα- προσώπου. Ακολούθησε η σύλληψη της Ελλης, η οποία αναζήτησε στο ίδιο σπίτι τον Μπελογιάννη, ενώ από τις αρχές το γεγονός δημοσιοποιήθηκε στις 5 Ιανουαρίου 1951.

▅ Οι δίκες

Η πρώτη δίκη τους, μαζί με άλλους 92 συγκατηγορουμένους, ξεκινά στις 19 Οκτωβρίου του 1951, στις 5.00μ.μ., στο Εκτακτο Στρατοδικείο Αθηνών, στο Εφετείο της οδού Σανταρόζα, για παραβίαση του Α.Ν. 509/1947 περί απαγόρευσης της κομμουνιστικής δράσης, ενώ σύντομα ανασύρθηκε και ο Α.Ν. 375/1936 περί κατασκοπείας, κάτι στο οποίο συνέτεινε και η ανακάλυψη από την Ασφάλεια των ασυρμάτων του ΚΚΕ την περίοδο εκείνη. Σχεδόν έναν μήνα μετά την έναρξη της δίκης και ενώ ο Μπελογιάννης από κατηγορούμενος έχει μετατραπεί σε κατήγορος του μετεμφυλιακού καθεστώτος, ο βασιλικός επίτροπος προτείνει για τους 12 εκ των κατηγορουμένων την ποινή του θανάτου, για 6 εξ αυτών ισόβια κάθειρξη κ.λπ. Καταδικασθέντες σε θάνατο ήταν εκτός του Μπελογιάννη και της Ελλης Ιωαννίδου, οι Στ. Γραμμένος, Δ. Καλοφωλιάς, Θ. Γεωργιάδου, Αφρ. Μανιάτη, Αθ. Κανελλόπουλος, Δ. Κανελλόπουλος, Π. Παπανικολάου, Στ. Δρομάζος, Καλ. Παπαδοπούλου και Λ. Κόττου. Στις 15 Φεβρουαρίου 1952 ξεκινά η δεύτερη δίκη με την κατηγορία της «κατασκοπείας». Στο εδώλιο βρίσκονται 29 κατηγορούμενοι. Αμετανόητος ο Μπελογιάννης κατακεραυνώνει τους μάρτυρες κατηγορίας και τους δικαστές του, ενώ με τη στάση της ξεχωρίζει και η σύντροφός του Ελλη. Μπελογιάννης και Αργυριάδης καταδικάζονται δις εις θάνατον. Μπάτσης, Καλούμενος, Φ. Λαζαρίδης, Ελλη Ιωαννίδου, Χαρ. Τουλιάτος και Μ. Μπισμπιάνος εις θάνατον, τέσσερις εκ των κατηγορουμένων σε ισόβια, δυο σε 20ετή κάθειρξη, τέσσερις σε 15ετή, δύο σε 10ετή, δύο σε έναν χρόνο και επτά απαλλάσσονται (μεταξύ αυτών και ένας άνθρωπος-κλειδί, ο οποίος στην πρώτη δίκη είχε καταδικαστεί).

▅ Η τελευταία πράξη

Η τελευταία πράξη παίχτηκε γύρω από την απονομή χάριτος που αιτούνταν οι καταδικασθέντες και η οποία ύστερα από ένα απίστευτο παρασκήνιο πιέσεων και μηχανορραφιών δεν εδόθη με εξαίρεση τους Λαζαρίδη, Μπισμπιάνο, Τουλιάτο και Ελλη Ιωαννίδου, η οποία γλίτωσε το εκτελεστικό απόσπασμα λόγω της ύπαρξης του μόλις επτά μηνών γιου τους, Νίκου. «Και εγώ ακόμη αυτή τη στιγμή που σας μιλάω ζω γιατί ήταν μωρό το παιδί μου. Δεν θα ζούσα. Θα είχα πάει να εκτελεστώ, όπως πήγαν όλοι οι άλλοι. Περάσαμε με τον Νίκο όλη αυτή την πορεία μαζί. Μαζί στις απομονώσεις, μαζί στις φυλακές, μαζί στα μπουντρούμια, μαζί στις δίκες. Ε, μαζί θα πηγαίναμε και στον θάνατο. Απλώς δεν θέλησαν να έχουν και αυτή τη ρετσινιά- ότι σκότωσαν μάνα με μωρό- και με άφησαν να ζήσω. Μάλιστα μου διεμήνυσαν τότε οι ασφαλίτες μέσω της Διδώς (Σωτηρίου) ότι «αυτή την αφήσαμε να ζήσει, αλλά θα της κάνουμε τέτοια μαρτύρια που θα εύχεται να είχε σκοτωθεί». Και πραγματικά έτσι έγινε. Αλλά επειδή τους ήξερα πια, μπορούσα να τους αντιμετωπίσω. Και το έκανα. Δεν ευχήθηκα να μη ζούσα γιατί είχα και τις εντολές του Νίκου. Αυτά που και την τελευταία στιγμή μου είπε. Ηθελε να ζήσω για το παιδί και για την εκδίκηση...», είχε αφηγηθεί στο «Βήμα» η ίδια, η οποία από χθες αναπαύεται κοντά στον σύντροφό της Νίκο Μπελογιάννη, στο Γ΄ Νεκροταφείο Αθηνών.

http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=...4&dt=01/11/2009

PMEmail Poster
Top
1 User(s) are reading this topic (1 Guests and 0 Anonymous Users)
0 Members:

Topic Options Reply to this topicStart new topicStart Poll